Παστίλιες για τον Πόνο του Άλλου

Παστίλιες για τον Πόνο του Άλλου
Γιατροί Χωρίς Σύνορα

Και 1 θύμα ρατσιστικής βίας είναι πολύ!

AddThis Smart Layers

welcome

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

Τα είχε όλα σχεδιάσει -διήγημα δωρεάν- Πέμπτο μέρος




βρείτε το πρώτο μέρος στο 



το δεύτερο μέρος στο



το τρίτο μέρος στο 


το τέταρτο μέρος στο



Του έδειξαν κάποιες φωτογραφίες, ανάμεσα τους και αυτές της Ελέν και τον ρώτησαν αν μπορούσε να αναγνωρίσει κάποιον ή κάποια από αυτούς, τονίζοντας του ότι τα πράγματα ήταν πολύ σοβαρά.
“Αυτή εδώ, έχει έρθει μια δυο φορές στο καφέ που δουλεύω” είπε δείχνοντας τη φωτογραφία της.
“ Θα πρέπει να μας ακολουθήσετε” ακούστηκε η αυστηρή και κοφτή φωνή του ενός από τους δύο άντρες με τα περισσότερα γαλόνια. Χωρίς να πει λέξη, ο Αλέξ μπήκε μαζί τους στο μαύρο αυτοκίνητο με τις πράσινες πινακίδες που έλεγαν “Διπλωματικό Σώμα”. Τα γεγονότα μέχρι εκείνη τη στιγμή είχαν εξελιχθεί όπως είχε ακούσει από το τηλεφώνημα που είχε προηγηθεί. Το κτίριο που έφτασαν έμοιαζε κάθε άλλο παρά αστυνομικό τμήμα. Μετά βίας κατάφερε να διακρίνει πως τα γράμματα της πινακίδας ήταν γραμμένα σε δυο γλώσσες, Γαλλικά και Ελληνικά. Το μέρος έμοιαζε με πρεσβεία, ελληνική πρεσβεία. Οι τοίχοι ήταν διακοσμημένοι με κάποια καταγάλανα πίστες που διαφήμιζαν διάφορα μέρη της Ελλάδος. Τον οδήγησαν σε ένα μεγάλο χώρο συνάντησης με πολλές καρέκλες και ένα μεγάλο οβάλ τραπέζι. Όλα σε εκείνο το μέρος φαίνονταν αχρησιμοποίητα. Τα μικρά ηλεκτρονικά μικρόφωνο που βρίσκονταν εμπρός σε κάθε καρέκλα, οι διακόπτες για το φώς ακόμα και η μοκέτα που μύριζε κόλλα.
            Αφού είχε κάτσει εκεί για περίπου είκοσι λεπτά, η πόρτα άνοιξε απότομα και μπήκε μέσα μια ψηλή και αδύνατη κυρία που τον ρώτησε αν θα ήθελε κάτι να πιει. Εκείνος αρνήθηκε ευγενικά και η κυρία του απάντηση πως σε λίγα λεπτά θα ξεκινούσε η συνάντηση.
-Ποια συνάντηση?- αναρωτήθηκε σιωπηλά ο Αλέξ. Πραγματικά μέσα πολύ λίγο χρονικό διάστημα είχαν μαζευτεί στο δωμάτιο περισσότεροι από δέκα μεγαλόσωμοι άντρες. Όλους τους φορούσαν σκούρες γραβάτες και σκούρα κουστούμια. Ο τελευταίος έκλεισε μαλακά την πόρτα και πλησίασε τον Άλεξ για να συστηθεί.
“ Με λένε Γιάννη” είπε στα Ελληνικά. ... “ Ας καθίσουμε” πρόσταξε τους υπόλοιπους. Η όλη διαδικασία ήταν κάπως αλλόκοτη ήταν σαν μια ανάκριση με βραδινό ένδυμα. Όλοι τους είχαν πολύ ευγενικούς τρόπους αλλά και τον τρόπο τους να γίνονται πιεστικοί. Το θέμα γυρνούσε γύρω από τις φωτογραφίες των δύο συνεργατών, ρωτούσαν και αναδιατύπωναν με σκοπό να βρουν έστω και μια μικρή χαραμάδα αντίφασης που θα τον έκανε να τους τα πει όλα. Ήξερε όμως πολύ καλά και από μικρός να κρατεί μυστικά και το έκανε τόσο επιδέξια που πραγματικά κάνεις δεν μπορούσε να καταλάβει το παραμικρό. Αυτό του το βίωμα έκανε τους τύπους με τα κουστούμια να φαίνονται ερασιτέχνες.
            Η όλη μασκαρεμένη ανάκριση κράτησε μερικές ώρες και αμέσως μόλις τελείωσε τον άφησαν να φύγει. Του πρότειναν μάλιστα και να τον πάνε στο σπίτι του. Εκείνος αρνήθηκε και είπε πως προτιμά να περπατήσει. Όλα είχαν γίνει όπως τα είχε προβλέψει ο Ιαν σε εκείνο το τηλεφώνημα.
            Περπάτησε για αρκετή ώρα κοιτάζοντας ποτέ πότε γύρω του για να δει αν τον ακολουθούσε κάνεις. Κατέβηκε γρήγορα τα σκαλιά της πρώτης στάσης μετρό που βρήκε και μπλέχτηκε με τον κόσμο. Αυτή η κίνηση τον έκανε να ξεχάσει για λίγο το τι είχε συμβεί. Άλλαξε μια δυο γραμμές και βρέθηκε τελικά μετά από αρκετή ώρα ξανά στο σπίτι του. Μπαίνοντας μέσα τσέκαρε τον τηλεφωνητή μήπως του είχε αφήσει κανείς κάποιο μήνυμα. Ήταν άδειος. Σκέφτηκε ότι θα προσπαθούσε διαγράψει από την μνήμη του όλα όσα είχαν οδηγήσει σε εκείνη την ημέρα και πως θα συνέχιζε την ζωή του. Είχε άλλωστε έναν στόχο ένιωθε πως για λίγο τον είχε θέσει σε κίνδυνο.  Όσο γρήγορα είχαν συμβεί όλα αυτά τόσο γρήγορα ήθελε να τα βάλει στην άκρη.
            Έτσι και έκανε. Επανήλθε στους καθημερινούς του ρυθμούς. Ζήτησε μάλιστα να δουλεύει και περισσότερες ώρες για να μην σκέπτεται ούτε λεπτό. Ποτέ ποτέ κοιτούσε το τηλέφωνο του, σαν να περίμενε ένα μήνυμα ή μια κλήση που να τον επιβράβευε για την σιωπή του και την όλη του στάση για κάτι που ούτε ο ιδίως ήξερε τι ήταν και που δεν είχε προλάβει μάθει. Τι τον είχε κάνει να είναι τόσο πιστός σε κάτι τόσο άγνωστο και σε ανθρώπους που δεν είχαν ανταλλάξει καμία κουβέντα πέραν από τα τυπικά. Ήταν σαν να τους χρωστούσε χάρη που τον έβαλαν στον μικρόκοσμο τους , που του έδωσαν την ευκαιρία να κάνει επάγγελμα την μυστική του γλώσσα. Ένιωθε πολλά συναισθήματα για εκείνους που εναλλάσσονταν, ποτέ μια απεριόριστη ευγνωμοσύνη, πότε ένας απερίγραπτος θυμός και πότε μια θλίψη.
            Το τελευταίο, προερχόταν και από την σκέψη του ότι τον είχαν “εγκαταλείψει” χωρίς και εκείνος να γνωρίζει εάν είχε περάσει το περιβόητο τεστ τους.
            Η όλη αυτή εμπειρία, τον είχε αλλάξει με έναν τρόπο που και εκείνος δεν μπορούσε να καταλάβει.  Είχε μπει μέσα του και είχε δημιουργήσει ένα περίεργο βίωμα, έναν τσεπάκι που του έλεγε ότι είχε ζήσει κάτι πιο έντονο, κάτι πιο ζωντανό. Ένα βίωμα που έφτανε να του γκρεμίσει σιγά σιγά με μικρές ρωγμές, όλη του την ισορροπία. Είχε καταφέρει να διεισδύσει και να αλλοιώσει όλες του τις καθημερινές συνήθειες και το πώς τις έβλεπε, όλες έκτος από όσες είχαν να κάνουν με τα σχέδια του ταξιδιού στην Ελλάδα.  Δεν μπορούσε να καταλάβει ούτε ο ίδιος τι του είχε συμβεί.
            Είχε ξεκινήσει να υποψιάζεται ότι τα καταφύγια ζωής που είχε διαλέξει δεν μπορούσαν να τον προστατευόσουν πια. Είχε χάσει την δυνατότητα του να μπορεί να κρύβεται μέσα σε μια καθημερινότητα. Ήταν πραγματικά σαν να είχε μεγαλώσει κάπως απότομα. Άρχισε και να βαριέται, ένα συναίσθημα που δεν είχε νοιώσει ποτέ με το αρνητικό του πρόσωπο, ήταν πάντα για εκείνον μια ζεστή αγκαλιά που τον έπαιρνε στα χέρια της και τον βύθιζε σε μια περίεργη γαληνή. Ποτέ έως σήμερα δεν είχε αισθανθεί πως το να μην κάνει κάποιος κάτι ενδιαφέρον στη ζωή του είναι βαρετό. Μέρες ολόκληρες προσπαθούσε να βγάλει από πάνω του αυτά τα νέα δαιμόνια που τον είχαν κατακλίσει. Άλλες φόρες τα κατάφερνε και άλλες όχι αλλά το σίγουρα ήταν ότι πάντα θα γυρνούσαν. Είχε μάλιστα παρομοιάσει τις αλλαγές αυτές με τις ερινύες που από μικρός είχε διαβάσει πως στοίχειωναν αυτούς που δεν είχαν καθαρή συνείδηση.
            Ο Αλέξ όμως δεν μπορούσε να βρει , όσο και αν έψαχνε, το τι μπορεί να είχε κάνει που να του βάραινε την συνείδηση. Είχε ζήσει πολύ λίγο και δεν είχε βλάψει σχεδόν κανένα. Άρχισε να αποκτά καινούριες συνήθειες. Αγόραζε εφημερίδες και παρακολουθούσε τα οικονομικά νέα. Μέσα σε λίγους μήνες είχε γίνει εξπέρ. Μπορούσε να εξηγήσει και τον πιο σύνθετο οικονομικό όρο που παρουσίαζαν αυτού του τύπου τα έντυπα χωριά καν να σκεφτεί. Αυτή η νέα του ασχολία θα του έφερνε και τα νέα που θα τον έκαναν να βουτήξει ακόμα πιο βαθειά στις ανήσυχες του σκέψεις.
            Ήταν μεσημέρι και ο ίδιος είχε ξεχάσει να αγοράσει εφημερίδα. Πέρασε μπροστά από τους αυτόματους πωλητές για να δει αν είχε ξεμείνει καμία. Θεώρησε πολύ τυχερό τον εαυτό του όταν αντίκρισε την τελευταία. Η τύχη του δεν κράτησε για πολύ καθώς λίγο πιο μπροστά από εκείνον ένας καλοντυμένος κύριος αρκετά μεγάλος σε ηλικία πρόλαβε και την πήρε. Ο Αλέξ προς στιγμήν θύμωσε αλλά αμέσως καθησύχασε τον εαυτό του λέγοντας τους πως δεν είχε καλά καλά προλάβει να διαβάσει την χθεσινή. Ο εσωτερικός αυτός διάλογος ήταν κάτι νέο για αυτόν. Ποτέ πριν ο εαυτός του δεν τον είχε καθησυχάσει και μάλιστα για την αμέλεια μιας συνήθειας.
            Επέστρεψε σπίτι και πήγε κατευθείαν στο μικρό καλάθι που κρατούσε τις εφημερίδες του. Έψαξε σχολαστικά αλλά δεν την βρήκε. Τηλεφώνησε όλο αγωνία στη μητέρα του, σαν να είχε χάσει κάτι αρκετά πολύτιμο. Δεν άντεχε δύο αναποδιές στην ίδια συνήθεια. 
Συνέχεια στο έκτο μέρος
http://psychologosgr.blogspot.com/2011/10/blog-post_18.html

Δημοσίευση σχολίου