Παστίλιες για τον Πόνο του Άλλου

Παστίλιες για τον Πόνο του Άλλου
Γιατροί Χωρίς Σύνορα

Και 1 θύμα ρατσιστικής βίας είναι πολύ!

AddThis Smart Layers

welcome

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

Τα είχε όλα σχεδιάσει -διήγημα δωρεάν- Έκτο μερος

βρείτε το πρώτο μέρος στο
http://psychologosgr.blogspot.com/2011/10/blog-post_5306.html




το δεύτερο μέρος στο
http://psychologosgr.blogspot.com/2011/10/blog-post_1952.html






το τρίτο μέρος στο
http://psychologosgr.blogspot.com/2011/10/blog-post_07.html




το τέταρτο μέρος στο
http://psychologosgr.blogspot.com/2011/10/blog-post_1518.html


το πέμπτο μέρος στο


http://psychologosgr.blogspot.com/2011/10/blog-post_14.html



Το τηλέφωνο της μητέρας του χτυπούσε κάπου μέσα στο σπίτι , καθώς το είχε ξεχάσει φεύγοντας για τη δουλειά. Άρχισε να γυρνά νευρικά μέσα στο σπίτι και να ψάχνει με αγωνία μικρού παιδιού που ψάχνει για το βάζο με το γλυκό. Είχε σκοπό να μην το βάλει κάτω αν δεν έβρισκε το που είχε πάει.
Τα νεύρα του ηρέμησαν όταν μπήκε στο δωμάτιο της κουζίνας. Εκεί βρήκε ανοιγμένη την εφημερίδα και μάλιστα στα αστυνομικά, μια στήλη στην οποία ποτέ δεν έδινε προσοχή. Θυμωμένος που του την είχαν πάρει αλλά και ανακουφισμένος που την βρήκε κλείστηκε στο δωμάτιο του, έβαλε τα ακουστικά του και ξεκίνησε να ξεφυλλίζει αργά αργά την εφημερίδα.
Αργά αργά και σαν πραγματικά να είχε όλο το χρόνο μπροστά του σε μια ακόμα από τις γνωστές του ψευδαισθήσεις που του έλεγαν ότι έμπαινε σε ένα βυθό προστασίας, ή ότι έπλεκε ένα δίχτυ γύρω του μόνο και μόνο επειδή είχε τα μάτια του στραμμένα σε ένα άψυχο χαρτί και μια πόρτα δωματίου κλειστή.
Έκανε και πάλι λάθος, το άψυχο αυτό χαρτί σε μια συμμαχία με το κομμάτι του που του έλεγε πως τίποτα δεν θα ήταν όπως παλιά, του έκανε μια από τις πιο αναπάντεχες εκπλήξεις. Το μόνο που χρειάζονταν ήταν αυτή η ασπρόμαυρη φωτογραφία μιας γυναίκας που κάτι του θύμιζε. Μια φιγούρα σκοτεινή και ταλαιπωρημένη και από πάνω ένας τίτλος που σίγουρα έκανε θόρυβο.
Μα βέβαια, αυτή η γυναίκα έμοιαζε με την Έλεν, ανέτρεξε στο άρθρο με αγωνία, η καρδιά του χτυπούσε σε έναν συνεχώς επιταχυνόμενο ρυθμό και μετά σαν να σταματούσε απότομα. Η ανάσα του κόντευε να κοπεί σε αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα που του πήρε για να διαβάσει ότι ακριβώς χρειάζονταν. Ήταν πραγματικά αυτή, οι πληροφορίες έπεφταν σαν σφαίρες στο μυαλό του. Είχε πλέον μάθει όσα ήθελε. Η Έλεν ήταν πλέον κρατούμενη και μάλιστα μετά την δίκη θα μεταφερόταν στην Ελλάδα για να εκτίσει την ποινή της μετά από αίτημα της Ελληνικής κυβέρνησης. Η έκδοση της θα ήταν σχεδόν άμεση. Η κατηγορίες ακούγονταν βαριές. Ο τίτλος φαινόταν βγαλμένος από ταινία “ Οι κατάσκοποι της τρομοκρατίας”. Ο Άλεξ σάστισε, δεν πίστευε στα μάτια του, κάπου παρακάτω διάβασε πως δεν είχε κατονομάσει κανέναν από τους συνεργούς της. Αυτό το τελευταίο τον ησύχασε για λίγο. Σε μια παιδιάστικη προσπάθεια να απαλλαγεί από τα ενοχοποιητικά στοιχεία έσβησε τον αριθμό της από το κινητό του , έσβησε ακόμα και τις κλήσεις. Άρχισε να θυμάται την περίεργη κουβέντα τότε στην πρεσβεία και δεν ήξερε τι να πει στον εαυτό του. Από την μια πίστευε πως αφού τον είχαν ήδη εντοπίσει αργά ή γρήγορα θα τον συνέδεαν με την υπόθεση και από την άλλη ότι αν ήθελαν να τον πιάσουν θα το είχαν κάνει τότε που τους είχε δοθεί η ευκαιρία.
Δεν ήθελε να προκαλέσει την τύχη του με κανένα τρόπο και πίστεψε ότι αν έκανε σαν να μην είχε γίνει τίποτα, το γεγονός θα ξεχνιόταν, έτσι σαν να κρυβόταν πίσω από τον συμμαθητή του στο σχολειό για να μην τον εξετάσει η δασκάλα. Πέταξε την εφημερίδα αμέσως και βγήκε από το δωμάτιο. Αποφάσισε να πάει μια βόλτα για να ηρεμήσει. Πήρε τον συνηθισμένο δρόμο προς το καφέ που δούλευε αλλά θεώρησε πιο σοφό να μην μπει μέσα. Συνέχισε τον δρόμο του κάνοντας διάφορες σκέψεις. Έκανε κρύο αλλά δεν τον πείραζε τόσο καθώς θεωρούσε πως έτσι μπορούσε να δει τα πράγματα πιο καθαρά. Είχε απομακρυνθεί αρκετά από το σπίτι του όταν του ήρθε η ιδέα να επιστρέψει στον τόπο του εγκλήματος, στο παλιό εκείνο κτίριο που εργαζόταν τους προηγούμενους μήνες για τους τώρα “τρομοκράτες”¨. Απόρησε και ο ίδιος με αυτή του την παρόρμηση που στεκόταν εντελώς απέναντι σε αυτό που είχε αποφασίσει πριν από λίγα λεπτά, το να μην προκαλέσει με τίποτα την τύχη του. Έδωσε χρόνο στον εαυτό του σαν να άφηνε τα βήματα του να διαλέξουν για εκείνον.
Αυτή η μικρή παράταση των αναστολών του τον πήγαινε όλο και πιο κοντά στο να περάσει από εκείνον. Τι περίμενα στα αλήθεια να δει, τι περίμενε να ανακαλύψει. Δεν του ήταν σίγουρα ξεκάθαρο. Ένοιωθε πως αν έβλεπε το σημείο τότε μόνο θα πίστευε τα λόγια της εφημερίδας. Ο χρόνος περνούσε όλο και περισσότερο. Ήταν πλέον σίγουρο. Φτάνοντας εκεί είδε αυτές κορδέλες τις αστυνομίας να έχουν αποκλείσει το τετράγωνο και δυο τρία περιπολικά με αστυνομικούς που σε μικρά πηγαδάκια κουβέντιαζαν αργόσχολα.
Πλησίασε κοιτάζοντας επίμονα μέχρι που άκουσε την φωνή ενός από αυτούς.
“ Τι κοιτάς πιτσιρικά, έχασες τίποτα” είπε κοροϊδεύτηκα ο μεγαλύτερος. Οι υπόλοιποι έβαλαν τα γέλια. Ο Άλεξ ρώτησε τάχα γεμάτος περιέργεια.
“ Τι έγινε εδώ?”
“ Αλήτες τρομοκράτες από την Ελλάδα” είπε υποτιμητικά ο αστυνομικός.
“ευχαριστώ” ψιθύρισε μέσα από τα δόντια και έκανε να απομακρυνθεί καθώς άρχισε να νοιώθει πως έμπαινε στο στόμα του λύκου.
Μπορεί και χωρίς να το είχε καταλάβει να το είχε επιλέξει. Να είχε έτσι με έναν μυστικό και ασυνείδητο τρόπο κάνει το βήμα για να κινδυνέψει. Όλα αυτά βεβαία δεν είχε κάτσει να τα σκεφτεί, έτσι όπως κάθε αλλαγή, άρχισε να γίνεται μέσα του μια νέα και ανακουφιστική έκρηξη. Αυτή η έκρηξη του υπαγόρευε πια τι να κάνει και πηρέ την θέση της ανάγκης του για ησυχία.
Έγιναν όλα αυτά σαν με μαγικό τρόπο, αυτή η μαγεία που κάπου μέσα τους είχε καταστρώσει και το μυστικό τους σχέδιο. Η πραγματικότητα είχε πάρει μια τροπή που πλέον του είχε δώσει την ευκαιρία να διαλέξει. Μπορεί κα να την είχε πάντα αλλά αυτές οι αφορμές … πάντα κάτι έχουν να προσφέρουν.
«Τρομοκράτες από την Ελλάδα»… αυτή η απάντηση του είχε ακουστεί τόσο υποτιμητική για τους Έλληνες. Δεν πίστεψε ούτε για ένα λεπτό ότι οι άνθρωποι που είχε γνωρίσει και που εργαζόταν μαζί τους για τόσο καιρό ήταν απλοί «τρομοκράτες». Ήθελε να κρατήσει την γνώμη και την εικόνα που είχε ο ίδιος για εκείνους. Αυτό δεν ήταν και τόσο εύκολο, το γεγονός της σύλληψης τους ήταν πλέον στα καθημερινά δελτία ειδήσεων και σε όλες σχεδόν τις εφημερίδες. Οι δημοσιογράφοι από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες κάλυπταν με την παραμικρή λεπτομέρεια τις εξελίξεις. Πρώτα ήρθε η ανάκριση, μετά οι κατηγορίες και μετά η δίκη. Σε όλα αυτά ο Άλε έφερνε νοητά τον εαυτό του μαζί με τον Ιαν και την Ελών. Πίστευε ότι με αυτόν τον τρόπο θα τους βοηθούσε και θα τους συμπαραστεκόταν. Άλλοτε κατηγορούσε τον εαυτό του που έχει τέτοιες ιδέες και που θέλει το καλό δυο « επικίνδυνων» όπως τώρα έγραφαν οι επικεφαλίδες από τα δελτία διπλά στις φωτογραφίες τους. Είχε άλλωστε εκπαιδεύσει τόσο καλά τον εαυτό του να μπορεί να ξεχωρίζει τα κρυμμένα πρόσωπα των ανθρώπων και αν και σε αυτή την περίπτωση δεν είχαμε να κάνουμε με ηθοποιούς του θεάτρου, εμπιστευόταν αυτή του την δυνατότητα. Ήθελε τόσο να επικοινωνήσει μαζί τους, να του πουν ότι όλα αυτά ήταν ψέματα και πως δεν είναι αυτοί που κατηγορούνται αλλά κάποιοι σωσίες. Ήθελε ακόμα να πιστεύει ότι σαν σουπερ ήρωες μπορούσαν να μεταμορφωθούν σε οποία μορφή ήθελαν και ότι απλά είχαν πάρει τη μορφή δυο άλλων και τώρα έπιναν τον καφέ τους ελεύθεροι.
«Φαντασίες και πάλι φαντασίες» συλλάβισε καθώς περπατούσε μόνος ένα πρωί. Ήταν τόσο θυμωμένος με τον εαυτό του που τον μονό που έκανε ήταν να ονειροπολεί και να πλάθει αλλόκοτες ιστορίες για την διάσωση τους. Όσο κριτίκαρε τις ιστορίες αυτές τόσο παρασυρόταν σε μια δύνη που έπαιρνε μαζί της όλη την ακινησία και τους δισταγμούς δική θα γινόταν στην Αθήνα…
« Θα πάω να τους βρω» είπε μέσα του σαν μια απάντηση στο μένος που είχε εξαπολύσει στον παλιό του εαυτό. Ακόμα και εκείνος ξαφνιάστηκε από την αυτόματη αυτή λύση που είχε βγει από αυτόν το συλλογισμό. Καμία πλέον ένσταση δεν μπορούσε να σταθεί απέναντι του, κανένας προβληματισμός ή ισχυρή δικαιολογία.


Συνεχίζεται....
Δημοσίευση σχολίου