Παστίλιες για τον Πόνο του Άλλου

Παστίλιες για τον Πόνο του Άλλου
Γιατροί Χωρίς Σύνορα

Και 1 θύμα ρατσιστικής βίας είναι πολύ!

AddThis Smart Layers

welcome

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

Τα είχε όλα σχεδιάσει -διήγημα δωρεάν- Δεύτερο μέρος


Συνέχεια διηγήματος ....βρείτε το πρώτο μέρος στο 

Εκτός από αυτό δεν έκανε τίποτα περισσότερο με τον ελεύθερο του χρόνο, αν εξαιρέσει κάνεις κάποιες επισκέψεις σε φίλους. Ήταν άλλωστε πολύ φειδωλός με τα χρήματα που ξόδευε, και η επίσημη δικαιολογία που έδινε στον εαυτό του, ήταν ότι μαζεύει για το όνειρο του, το μεγάλο του στόχο. Είχε πραγματικά συγκεντρώσει ένα ποσό που θα του επέτρεπε να αγοράσει τα εισιτήρια και να πληρώσει την διαμονή του για λίγες ήμερες αλλά αυτό δεν τον ησύχαζε. Πάντα κοίταζε τον λογαριασμό του ξανά και ξανά και δεν έμενε ικανοποιημένος. Όταν έπεφτε στα χέρια του κάποιο ποσό ,από κάποια περιστασιακή δουλειά που έκανε , πήγαινε αμέσως να το καταθέσει, σε ένα βιβλιάριο που κανείς δεν γνώριζε για την ύπαρξη του. Προσπαθούσε να τον ξεχάσει ακόμα και ο ίδιος, ακόμα και σε περιπτώσεις που είχε ανάγκη και μάλιστα άμεση, ποτέ δεν του είχε περάσει από το μυαλό να αγγίζει τα «ιερά» αυτά χρήματα.  Ήταν άλλωστε τόσο ανακουφιστικό να έχει και κάτι ιερό στην κατά τα άλλα πολύ απλή και περιορισμένη ζωή του.
            Ο ίδιος δεν αισθανόταν καθόλου συμβιβασμένος, αλλά και καθόλου επαναστάτης. Είχε άλλωστε το ταλέντο όπως το πρόσδιδε στον εαυτό του, να μην ανήκει πουθενά. Ήταν και αυτό βέβαια ένα ταλέντο που τον έκανε παρατηρητή και όχι τόσο πρωταγωνιστή. Μα ποιος νοιαζόταν για να πρωταγωνιστήσει όταν από κάτω θα υπήρχαν τόσοι σαν εκείνον να τον βλέπουν και να τον κρίνουν.
            Αρκετά εμφανίσιμος, είχε αρκετές προσεγγίσεις από γυναίκες, που τις περισσότερες φορές έμεναν προσεγγίσεις. Το «φταίξιμο» ήταν δικό. Ήθελε να αρέσει και φρόντιζε πολύ τον εαυτό του άλλα ήταν σαν να το κάνει μόνο για να τον βλέπουν. Σαν ένα μουσειακό έκθεμα με μια μεγάλη επιγραφή « Παρακαλώ μην αγγίζεται» ούτε καν ευχαριστώ. Όσες πραγματικά κατάφεραν να μείνουν για λίγο μαζί του, εκδιώχθηκαν χωρίς πολλές εξηγήσεις και χωρίς κάποιο προφανή λόγο. Οι άντρες φίλοι του, τον παίνευαν που τις παρατάει τόσο εύκολα και τον είχαν σαν πρότυπο σκληρού εκτελεστή. Αυτό, αν και δεν ήταν ολόκληρη η αλήθεια, είχε αρχίσει να του αρέσει και να πλέκει το μυστήριο γύρω από εκείνον. Η κολλητή του τον κατσάδιαζε ελαφρά και μετά βυθιζόταν στην ικανοποίηση του ότι ήταν η μοναδική που είχε καταφέρει να τον μάθει και να τον πλησιάσει τόσο.
            Οι γονείς του απλοί άνθρωποι, μεροκαματιαρήδες, είχαν από καιρό καταλάβει ότι αν και μοναχοπαίδι δεν θα μπορούσαν ποτέ να τον καταλάβουν. Οι κουβέντες τους περιορίζονταν σε έναν τυπικό και με στόμφο κηρύγματος διάλογο.
-          Γιατί δεν γράφεσαι σε μια σχολή, να μάθεις κάτι, να κάνεις κάτι καλύτερο με την ζωή σου. Εμείς δεν είχαμε την ευκαιρία, εσύ όμως…
-          Γιατί τι έχει η ζωή μου, μια χαρά είναι.
-          Μα έως πότε θα μπορείς να δουλεύεις σε εκείνη την καφετέρια και να παίρνεις τα ψυχούλα που σου δίνουν.
-          Καλά θα το σκεφτώ… έλεγε και τέλειωνε την κουβέντα πηγαίνοντας στο δωμάτιο του.
Πραγματικά δεν καταλάβαινε τι κακό μπορεί να έχει το να δουλεύει κάνεις σε μια καφετερία. Ο ίδιος το έβρισκε μια χαρά δουλειά. Αλλά δεν έδινε και μεγάλη σημασία. Ήταν πάμπολλες οι φόρες που γινόταν αυτή η συζήτηση και πάντα δεν κατέληγε πουθενά. Εκείνοι δεν σταματούσαν να προσπαθούν να του αλλάξουν γνώμη. Τι του έφερναν αγγελίες από εφημερίδες, τι έβαζαν τους φίλους του να του μιλήσουν. Εκείνος ανένδοτος. Το μοναδικό πράγμα που φαινόταν να σταματάει την συζήτηση ήταν η απειλή του πως τάχα θα πήγαινε για σπουδές στην Αθήνα.
-          Η Αθήνα είναι από τις ωραιότερες πόλεις του κόσμου αλλά δεν κάνει για εσένα, εσύ έχεις μάθει αλλιώς, θα τα βρεις σκούρα. Έλεγε ο πατέρας του
-          Τόσες καλές σχολές υπάρχουν εδώ, άσε που δεν είναι το ίδιο να μιλάς στα Ελληνικά και να σπουδάζεις στο πανεπιστήμιο. Συμπλήρωνε η μητέρα του.
Η τελευταία φράση είχε τα καλύτερα αποτελέσματα, αν και έδειχνε πολύ θυμωμένος και σταματούσε να τους μιλάει για μια δυο μέρες, στην πραγματικότητα τον γέμιζε αγωνιά. Αναρωτιόταν αν πραγματικά οι γνώσεις του ήταν ανεπαρκείς.
            Μέσα σε όλο το σκηνικό ζωής που είχε πλάσει, φαινόταν πολύ κατασταλαγμένος για να μπορεί να έχει μακροχρόνιους στόχους και όνειρα.
            Τα σχέδια του λιγοστά και με μικρό ορίζοντα. Ότι μύριζε αλλαγή και ανατροπή τον έκανε να τρέχει μακριά. Το ρίσκο άγνωστη έννοια για εκείνον, ίσως για αυτό να μην είχε τολμήσει ακόμα να κάνει έστω και ένα μικρό ταξιδάκι εκτός χώρας. Τον τρομοκρατούσε η ιδέα του να έχει να κάνει με ανθρώπους που δεν γνωρίζει αλλά και να γυρίζει σε ένα σπίτι το βράδυ που να είναι άλλο από το δικό του. Όλος αυτός ο φόβος, με έναν παράδοξο τρόπο πότιζε την φαντασία του και δυνάμωνε τον σκοπό του.
            Ήταν ένα μεσημέρι , μόλις ερχόταν ο Οκτώβρης όταν μπήκε βιαστικά στο μαγαζί που εργαζόταν μια μελαχρινή γυναίκα. Ζήτησε έναν καφέ με πολύ απότομο τρόπο, θα έλεγε κανείς σαν να έβαζε κέρμα σε αυτόματο μηχάνημα. Η ελεατική της επαφή με τους ανθρώπους εκεί περιοριζόταν στα τυπικά. Ήταν σαν να μην μπορούσε κάνεις να της κλέψει ούτε ένα συναίσθημα. Αφού την παρατήρησε από πάνω ως κάτω και προσπάθησε να της πιάσει κουβέντα. Φαινόταν πολύ καλοντυμένη και σχεδόν βγαλμένη από μια άλλη, πιο ρομαντική εποχή.
-Καλημέρα, καλώς ήρθατε πως μπορούμε να εξυπηρετήσουμε
-Ένα διπλό λάττε παρακαλώ μουρμούρισε διαδικαστικά
-Αμέσως… είναι η πρώτη φορά που έρχεστε σε εμάς.. ρώτησε για να πιαστεί από κάπου.
Η απάντηση ήρθε με ένα απλό νωχελικό νεύμα κατάφασης. Αν και δεν συνήθιζε να πιάνει κουβέντα με τους περιστασιακούς πελάτες, εκείνη του είχε τραβήξει το ενδιαφέρον. Η κουβέντα δεν πήγε πολύ παρακάτω βέβαια και έτσι και εκείνος προσπάθησε να το δει σαν μια περίεργη νότα σε ένα από τα γνωστά σε εκείνον τραγούδια. Το υπόλοιπο της ημέρας κύλισε «φυσιολογικά». Με τα ίδια αστεία και τις ίδιες γνωστές φάτσες των θαμώνων. Κάποια στιγμή ένας από τους συναδέλφους σχολίασε την άγνωστη αυτή γυναίκα.
-Μα καλά από όλο το Παρίσι σε εμάς ήρθε να πάρει καφέ.
-Μπορεί να είχε κάποια δουλειά του απάντησε κάποιος άλλος.
-Τι δουλειά μπορεί να έχει κανείς σε αυτή την γειτονιά, να θέλει να κάνει επενδύσεις στον φούρνο απέναντι επανήλθε ο πρώτος.
Μετά από ένα σύντομο γέλιο η ενασχόληση με την επισκέπτρια σταμάτησε.
Αλλά στο μυαλό του ήρθε και πάλι η εικόνα της. Το αισθανόταν σαν προσωπική του ήττα, το να μην μπορέσει να την καταλάβει, το να μην μπορέσει να διαβάσει κάτω από την αυστηρή της στάση το τι μπορεί να σκεφτόταν. Ήταν μια απλή εξαίρεση στον κανόνα ή μήπως είχε χάσει το  «ταλέντο».
            Την επόμενη ημέρα ξεκίνησε κανονικά την βάρδια του με μια κρυφή ελπίδα να την συναντήσει μόνο και μόνο για να έχει μια δεύτερη ευκαιρία να την «διαβάσει».
-Πέρασε σήμερα καθόλου αυτή η μελαχρινή η περίεργη που είχε έρθει χθες, ρώτησε με το που μπήκε.
- Γιατί τόσο ενδιαφέρον, μας άρεσε, του απάντησε το αφεντικό
-¨Όχι απλά φοβάμαι μήπως είναι καμικάζι αυτοκτονίας και βρήκε το μαγαζί σου σαν τον καλλίτερο στόχο είπε αστειευόμενος με σκοπό να καλύψει το ενδιαφέρον του. Μετά από αυτή την κουβέντα κατάλαβε πως θα έπρεπε ρωτάει πιο διακριτικά και να  μην αφήσει κανέναν να αντιληφθεί το περίεργο ενδιαφέρον του για εκείνη την γυναίκα.
            Πέρασαν αρκετές εβδομάδες μέχρι να ξαναφανεί. Ήταν, πρωί Δευτέρας όταν ξαφνικά ξαναμπήκε στο καφέ. Αυτή τη φορά φορούσε λιγότερο αυστηρά ρούχα, αλλά το ίδιο απόμακρο προφίλ. Παράγγειλε τον ίδιο καφέ, χωρίς και αυτή την φορά να πει πολλά. Το βλέμμα της όμως φάνηκε να περιεργάζεται τους τοίχους και τα ράφια του καταστήματος. Η ματιά της έπεσε σε έναν μικρό πίνακα ανακοινώσεων, κάπου κοντά στην πόρτα.






το τρίτο μέρος στο
http://psychologosgr.blogspot.com/2011/10/blog-post_07.html
Δημοσίευση σχολίου