Παστίλιες για τον Πόνο του Άλλου

Παστίλιες για τον Πόνο του Άλλου
Γιατροί Χωρίς Σύνορα

Και 1 θύμα ρατσιστικής βίας είναι πολύ!

AddThis Smart Layers

welcome

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Τα είχε όλα σχεδιάσει -διήγημα δωρεάν- Πρώτο Μέρος

Τα είχε όλα σχεδιάσει, τι θα έκανε που θα πήγαινε, τα πάντα. Ήταν σαν μια ζωή που την είχε από καιρό στο ράφι για να τον περιμένει. Όλα του τα όνειρα ήταν επιμελώς φορτωμένα σε αυτή την ημέρα. Την ημέρα που θα έφευγε για πάντα από την Γαλλία και την πόλη του φωτός και θα ερχόταν να μείνει στην Ελλάδα. Στην «πατρίδα» όπως του έλεγαν από μικρό οι δικοί του.
Ποτέ του δεν είχε αναρωτηθεί για το αν θα ήταν καλά εκεί, για το αν θα μπορούσε να προσαρμοστεί, να κάνει παρέες, να γνωρίσει κόσμο. Ήταν σαν μια ωρολογιακή βόμβα που είχε αρχίσει να μετρά δευτερόλεπτα. Ακόμα, δεν είχε ποτέ αναρωτηθεί γιατί δεν τον είχαν πάει να δει την «πατρίδα», γιατί ενώ οι υπόλοιποι Έλληνες του εξωτερικού, ομογενείς όπως έλεγαν περήφανα τα κανάλια, πήγαιναν κάθε καλοκαίρι να δουν τον παππού και την γιαγιά και το χωριό, εκείνος ποτέ. Δεν είχε ποτέ ακούσει για κανένα χωριό, και κανένα συγγενή. Ήταν σαν η καταγωγή του να είναι η Ελλάδα, τελεία και παύλα. Τόσο γενικά που θα μπορούσε κάνεις να πει ότι μιλάμε για ένα μικρό χωριό στους πρόποδες του Ολύμπου. Όλα αυτά μάλλον έδιναν περισσότερη στροφή στα μεγάλα σχεδιάσει του. Όλο αυτό το μυστήριο και η αύρα των μυστικών που μπορεί να ανακάλυπτε με το που θα πατούσε το πόδι του στην χώρα που γεννήθηκαν οι δικοί του.
Ήταν πλέον 19, θυμόταν καλά τα Ελληνικά του και πίστευε ότι μπορεί να συνεννοηθεί ακόμα και με καθηγητή πανεπιστήμιου σε συνέδριο γεμάτο θόρυβο. Πως το ήξερε? Το είχε καταλάβει μόνος του, καθώς δεν είχε μιλήσει ποτέ με κάποιον άλλον παρά μόνος με τους γονείς του. Υπήρχαν ευκαιρίες, αλλά εκείνος δεν τις είχε αξιοποιήσει ποτέ.
Όπως ένα μεσημέρι καθώς περπατούσε, μπήκε σε ένα από τα αγαπημένα του βιβλιοπωλεία και ακούσει μια γλωσσά γνώριμη, δεν άργησε να καταλάβει πως ήταν Έλληνες τουρίστες που προσπαθούσαν μάταια να συνεννοηθούν με τον ιδιοκτήτη. Το λάθος τους ήταν ότι η προσπάθεια τους είχε άλλη σημαία, την Αγγλική ή μάλλον αυτή του γείτονα έποικου που τα κατάφερε να επιβάλλει την γλωσσά του ακόμα και στους απογόνους του Σοφοκλή. Τα σπαστά Αγγλικά της γυναίκας συνοδεύονταν από διευκρινιστικές ερωτήσεις του άντρα .
-Μα τι λέτε, πες μου, ρώτα την για το ξενοδοχείο, που κοντά είναι.
Πλησίασε περισσότερο για να ακούσει καθαρά τι λεγόταν αλλά και να κάνει ένα τελευταίο τσεκ στον εαυτό του και τις δυνατότητες του. Ήταν πραγματικά αυστηρός με τον εαυτό του, έμοιαζε πραγματικά με καθηγητή που εξετάζει μαθητή που δεν συμπαθεί καθόλου. Προσπαθούσε να βρει τρόπο να μπει στην κουβέντα χωρίς να προδώσει τις μυστικές του δυνάμεις. Κοίταξε προς το μέρος του υπαλλήλου και του ψέλλισε
- Μάλλον σε ερωτάνε για τον ξενοδοχείο που είναι εδώ κοντά. Τουρίστες είναι τι άλλο να ψάχνουν.
- Αχ! Αυτοί οι Ισπανοί, κάνουν πάντα τόσο σαματά.
Έκανε πως συμφωνεί, χωρίς καμία πρόθεση να διορθώσει τον τύπο. Έχοντας πλέον κάνει το καθήκον του ένιωσε πραγματικά ικανοποιημένος.
Βεβαίως στο βιβλιοπωλείο αυτό δεν είχε βρεθεί τυχαία. Στα πλαίσια της εξάσκησης της μυστικής του ταυτότητας, ενώ ένας πραγματικός σουπερ ήρωας θα έραβε κρυφά στενές στολές εκείνος αγόραζε βιβλία στην γλωσσά του. Τα διάλεγε πάντα από διαφορετικό κατάστημα και μάλιστα όσο το δυνατόν πιο μακριά από το σπίτι του. Δεν τα έδειχνε ποτέ στους δικούς του. Ήταν περίεργο μα είχε και εκείνος μπει σε αυτή την διπλή εντολή που του είχαν δώσει. Από την μια να αγαπά την καταγωγή του και από την άλλη να την κρατά κρυφή. Ιδεολογικά θα τον άκουγες να μιλεί για το πόσο καλό είναι να είναι κάνεις ο εαυτός του και να είναι περήφανος για το ποιος είναι αλλά συναισθηματικά αισθανόταν σαν 13 χρόνος που πάει να αγοράσει κρυφά το playboy. Το δικοί του playboy μπορεί να μην είχε και τόσες εικόνες, αλλά σίγουρα είχε πολλά από εκείνα τα περίεργα γράμματα με τους περιέργους τόνους. Είχε κουραστεί τόσο να μάθει το πολυτονικό σύστημα, αγνοώντας παντελώς την κυριαρχία της οξείας.
Όταν δεν ήταν σε μυστικές αποστολές εξεύρεσης βιβλίων, δούλευε σε ένα μικρό καφέ πολύ κοντά στη γειτονία του. Ήταν ενός φίλου του και έτσι ένιωθε σαν στο σπίτι του. Είχε πραγματικά μεγάλη ανάγκη για ασφάλεια, δεν ήθελε πολλές αλλαγές στη ζωή του. Αυτό ίσως να τον έκανε να δημιουργεί τόσες περιπέτειες στη φαντασία του. Δεν μπορούσε και ο ίδιος να καταλάβει πως ένα παιδί σαν εκείνον, που εκτός από την μυστική του δύναμη , δηλαδή το ότι ήταν δίγλωσσος, αισθανόταν ότι δεν έχει αλλά προσόντα, είχε τόσο επαναστατικά όνειρα για την ζωή του. Αλλά αυτή η μικρή ασυνέπεια δεν του χαλούσε τον μοναδικό του στόχο. Να ξεκινήσει μια καινούρια ζωή.
Μέσα στο καφέ που εργαζόταν ένιωθε άλλος άνθρωπος, η μπάρα που τον χώριζε από τους πελάτες, που ήταν λίγο πολύ γνωστοί, ήταν σαν μια ασπίδα προστασίας. Ο τόσο ξεκάθαρος αλλά συγχρόνως τόσο κεντρικός ρόλος τον όπλιζε με δύναμη. Ήταν σαν ένας μικρός μαέστρος, ο μαέστρος –ταμίας του μαγαζιού. Από εκείνον περνούσαν όλα, οι παραγγελίες, τα προβλήματα, οι προμήθειες. Όλοι τον χαιρετούσαν, άλλοι για να δείξουν στους φίλους τους πως έρχονται συχνά και άλλοι γιατί δεν είχαν με ποιον να μιλήσουν. Έπιανε δουλεία από πολύ πρωί, δεν τον πείραζε γιατί είχε την ευκαιρία να κατηφορίζει τον δρόμο από το σπίτι του μέχρι την δουλεία, βλέποντας πραγματικά την πόλη να ξεκινά. Ήταν μια εικόνα που δεν χόρταινε. Έβαζε το iPod στα αυτιά του και άκουγες τους μυστικούς του ήχους. Προσπαθούσε να κάνει όσο πιο αργά μπορεί για να απόλαυση τη διαδρομή αλλά και όσα περισσότερα τραγούδια μπορούσε, τραγούδια της Αλεξίου, της Μαρινέλλας και άλλων μισοδιάσημων στο Παρίσι καλλιτεχνών με περίεργα ονόματα. Δεν άφηνε κανέναν να ακούσει έστω και για λίγο το τι είχε μέσα στο μουσικό του κουτί. Όταν τελικά έφτανε, όλα άλλαζαν.
Τότε ήθελε και τα δυο του αυτιά ανοιχτά για να ζει την φασαρία, έτσι ήταν σαν να δανείζεται για λίγο την ζωή των ανθρώπων που παρατηρούσε, σαν να μπορούσε έστω και για λίγο να σχετιστεί μαζί τους και να πάρει κάτι από όλους. Ένας σφουγγάρι συναισθημάτων, δεν το κυνηγούσε αλλά και δεν τα χόρταινε κιόλας. Δεν πίστευε σε αυτό που λένε η αύρα του χώρου αλλά εκεί μέσα πραγματικά ένιωθε πως ξεδιπλώνονται όλα του τα δυνατά σημεία.
Όταν είχε ρεπό, κάπως του χαλούσε το πρόγραμμα., τη ρουτίνα του. Καθόταν στο σπίτι και σπάνια έκανε κάτι με φίλους. Διάβαζε και ποτέ ποτέ πήγαινε στο θέατρο. Του άρεσε πολύ , έβλεπε συχνά παραστάσεις και τις περισσότερες φορές μόνος. Μια από τις αγαπημένες του ασχολίες ήταν να προσπάθεια να ανακαλύψει τα πραγματικά συναισθήματα του ηθοποιού και να τα ξεχωρίσει από αυτά του ρόλου. Δεν ήξερε αν πραγματικά τα καταφέρνει αλλά ήταν πολλές οι φορές που μπορούσε να διακρίνει κάποια από αυτά και κυρίως αυτά που δεν συμφωνούσαν με τις επιταγές του σεναρίου. Ήταν προπονημένος στα αντίθετα και αντικρουόμενα συναισθήματα γιατί τα είχε ζήσει από μικρός και είχε καταφέρει να τα κάνει να συνυπάρχουν σε μια ισορροπία δική του.
Εκτός από αυτό δεν έκανε τίποτα περισσότερο με τον ελεύθερο του χρόνος, αν εξαιρέσει κάνεις κάποιες επισκέψεις σε φίλους. Ήταν άλλωστε πολύ φειδωλός με τα χρήματα που ξόδευε, και η επίσημη δικαιολογία που έδινε στον εαυτό του ήταν ότι μαζεύει χρήματα για το όνειρο του, τον μεγάλο του στόχο. Είχε πραγματικά συγκεντρώσει ένα ποσό που θα το επέτρεπε να αγοράσει τα εισιτήρια και να πληρώσει την διαμονή του για λίγες ήμερες αλλά αυτό δεν τον ησύχαζε........

 Η ΣΥΝΕΧΕΊΑ



το δεύτερο μέρος στο





Απο τον IMPRO
Δημοσίευση σχολίου