Παστίλιες για τον Πόνο του Άλλου

Παστίλιες για τον Πόνο του Άλλου
Γιατροί Χωρίς Σύνορα

Και 1 θύμα ρατσιστικής βίας είναι πολύ!

AddThis Smart Layers

welcome

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΦΥΛΟΥ

http://www.childmentalhealth.gr/Wce6ebe45eae8f.htm

'via Blog this'

Σύντομη Περιγραφή
Σ’ αυτό το κείμενο θα γίνει αναφορά στα παιδιά και στους εφήβους που δυσφορούν με το ανατομικό τους φύλο χωρίς να παρουσιάζουν κάποια ανατομική ή άλλη βιολογική ανωμαλία. Αυτή η κατάσταση ονομάζεται Διαταραχή Ταυτότητας Φύλου (Δ.Τ.Φ.) κατά την οποία τα παιδιά, εκτός από τη δυσφορία με το ανατομικό τους φύλο, παρουσιάζουν έντονη ταύτιση με το αντίθετο φύλο και προτιμούν ρόλους του αντίθετου φύλου. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να διευκρινίσουμε τι εννοούμε όταν αναφερόμαστε σους όρους ταυτότητα του φύλου (Gender Identity) και ρόλος του φύλου (Gender Role). Ο όρος ταυτότητα του φύλου υποδηλώνει την πεποίθηση του ατόμου ότι ανήκει στο ένα φύλο και όχι στο άλλο ενώ ο ρόλος του φύλου την εμφανή κοινωνική συμπεριφορά. Η ταυτότητα του φύλου αρχίζει να διαμορφώνεται αρκετά νωρίς στη ζωή του παιδιού, στην περίοδο μεταξύ 18 και 36 μηνών και είναι αποτέλεσμα της αλληλοεπίδρασης βιολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων που θα αναφερθούν αναλυτικά στη συνέχεια.
Επιδημιολογία
Η Δ.Τ.Φ. στα παιδιά και στους εφήβους θεωρείται σπάνια. Δεν υπάρχουν επαρκείς μελέτες για την εκτίμηση της συχνότητας της διαταραχής αν και υποστηρίζεται ότι είναι πιο συχνή στα αγόρια παρά στα κορίτσια. Το σίγουρο είναι ότι τα αγόρια παραπέμπονται στους ειδικούς πιο συχνά από ότι τα κορίτσια ίσως εξαιτίας κοινωνικών παραγόντων που κάνουν πιο ανεκτή μια αρρενωπότητα στα κορίτσια από ότι μια θηλυπρέπεια στα αγόρια.
Αιτιολογία
Η Δ.Τ.Φ. στα αγόρια περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον ψυχαναλυτή Maurice Friend και συνεργάτες και στη συνέχεια αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης πολλών άλλων ερευνητών και κλινικών. Μέσα από τις έρευνες προκύπτει ότι η αιτιολογία της Δ.Τ.Φ. είναι πολύπλοκη και, όπως ήδη αναφέρθηκε, οφείλεται στην αλληλεπίδραση βιολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων.

Βιολογικοί Παράγοντες. Θεωρείται πιθανό ότι διάφορες ορμόνες επιδρούν κατά την ενδομήτριο ζωή και διαμορφώνουν αρσενικές και θηλυκές στάσεις και αντιλήψεις εαυτού. Η υπόθεση αυτή είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποδειχθεί αντικειμενικά.

Περιβαλλοντικοί Παράγοντες. Η επίδραση των παραγόντων αυτών είναι πιο προσιτή στην παρατήρηση και αυτοί οι παράγοντες έχουν μελετηθεί περισσότερο στα αγόρια παρά στα κορίτσια. Ανάμεσα σ’ αυτούς στη βιβλιογραφία ως περισσότερο σημαντικοί αναφέρονται:

  • Η προτίμηση των γονιών για το φύλο του παιδιού πριν από τη γέννησή του. Κλινικές παρατηρήσεις και έρευνες υποστηρίζουν ότι το 50% των γονιών αποκτά παιδί που δεν ανήκει στο επιθυμητό φύλο. Αυτή η επιθυμία από μόνη της δεν είναι δυνατό να οδηγήσει στην εκδήλωση της διαταραχής. Φαίνεται ότι εκείνο που έχει σημασία είναι το κατά πόσο πίσω από αυτή την επιθυμία κρύβονται ανάγκες του ίδιου του γονιού, ιδιαίτερα της μητέρας, που προέρχονται από τη δική της παιδική ηλικία και επηρεάζουν τη τάση και τη συμπεριφορά της στην ανατροφή του παιδιού με τέτοιο τρόπο ώστε να εμφανίζεται τελικά η διαταραχή.

  • Τραυματικά γεγονότα ζωής της οικογένειας. Πολύ συχνά στην οικογένεια του παιδιού με Δ.Τ.Φ. αναφέρονται τραυματικά γεγονότα κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων χρόνων της ζωής του,όπως ο θάνατος ενός παιδιού – ιδιαίτερα κοριτσιού – σοβαρή ασθένεια του παιδιού ή κάποιου άλλου μέλους της οικογένειας κ.α. Αυτά τα γεγονότα ασκούν μια τραυματική επίδραση στη μητέρα και επηρεάζουν στη συνέχεια τη σχέση της με το παιδί της.

  • Σχέση γονέα – παιδιού. Η σχέση γονέα – παιδιού αποτελεί παράγοντα εξαιρετικής σημασίας τόσο για τα αγόρια όσο και για τα κορίτσια με Δ.Τ.Φ. Στα αγόρια παρατηρείται μια πάρα πολύ στενή σχέση μεταξύ μητέρας και γιου και μια αποστασιοποιημένη σχέση πατέρα – γιου. Ως αποτέλεσμα της στενής σχέσης με τη μητέρα το αγόρι δεν μπορεί να ξεχωρίσει επαρκώς τον εαυτό του από το θηλυκό σώμα και τη θηλυπρεπή συμπεριφορά της. Στην περίπτωση του κοριτσιού μια ποικιλία παραγόντων φαίνεται να εμποδίζουν την ανάπτυξη μιας στενής σχέσης μεταξύ μητέρας – κόρης και σαν συνέπεια αυτής της αποτυχίας προκύπτει μια υποτίμηση της θηλυκότητας και μια υπερεκτίμηση της αρρενωπότητας. Σύμφωνα με κάποιες μελέτες περίπου το 50% των μητέρων των αγοριών με Δ.Τ.Φ. παρουσιάζουν κατάθλιψη ενώ σύμφωνα πάντα με την ίδια συγγραφέα όλες οι μητέρες παρουσιάζουν δυσκολίες προσωπικότητας. Άλλες μελέτες, όμως, υποστηρίζουν ότι οι γονείς των παιδιών με Δ.Τ.Φ. δεν διαφέρουν από γονείς παιδιού που παρουσιάζουν άλλα προβλήματα. Είναι πιθανόν διάφοροι παράγοντες κινδύνου να δρουν αθροιστικά ή συνδυαστικά προκειμένου να εμφανιστεί η Δ.Τ.Φ.

  • Κοινωνική διαμόρφωση και ενίσχυση. Υποστηρίζεται από κάποιους ότι οι γονείς ή άλλα σημαντικά πρόσωπα κοινωνικοποιούν ένα παιδί σ’ ένα ρόλο φύλου που χαρακτηρίζει πιο συχνά το αντίθετο φύλο. Π.χ. ντύνουν το αγόρι με κοριτσίστικα ρούχα, εξασφαλίζουν κοριτσίστικα παιχνίδια και ενισχύουν συμπεριφορές κοινωνικές που χαρακτηρίζουν τα κορίτσια ή το αντίθετο εάν πρόκειται για κορίτσια. Επίσης, διάφορα λεκτικά σχόλια των γονιών δείχνουν ότι απαξιώνουν το φύλο του παιδιού και δίνουν αξία στο άλλο φύλο. Οι παραπάνω συμπεριφορές είναι πιο σπάνιες, ενώ συχνότερα η συμπεριφορά και η στάση των γονιών δηλώνει ανοχή και ενθάρρυνση παθολογικών συμπεριφορών από την πλευρά του παιδιού.
  • Κλινική εικόνα
  • Έναρξη: Μεταξύ των δύο και τριών πρώτων χρόνων ζωής του παιδιού συνήθως εμφανίζονται τα πρώτα συμπτώματα της διαταραχής. Αυτά τα παιδιά και οι έφηβοι χαρακτηρίζονται από συμπεριφορές που δηλώνουν μια πολύ έντονη και επίμονη ταύτιση με το άλλο φύλο που μπορεί να εμφανιστεί με τους παρακάτω τρόπους:

    Στα παιδιά:
  • Μια επαναλαμβανόμενη δηλωμένη επιθυμία να ανήκουν στο άλλο φύλο ή επιμονή ότι ανήκουν στο άλλο φύλο.
  • Προτιμούν να ντύνονται με ρούχα του αντίθετου φύλου.
  • Προτιμούν τους ρόλους του άλλου φύλου σε παιχνίδια που απαιτούν παίξιμο ρόλων ή φαντασιώνουν επίμονα ότι ανήκουν στο άλλο φύλο.
  • Παρουσιάζουν μια έντονη επιθυμία να συμμετέχουν σε στερεότυπα παιχνίδια και δραστηριότητες του άλλου φύλου.
  • Έντονη προτίμηση να παίζουν με συνομηλίκους του αντίθετου φύλου.

    Στους εφήβους:
  • Δηλωμένη επιθυμία να ανήκουν στο άλλο φύλο.
  • Συχνή μεταμφίεση στο άλλο φύλο. Πεποίθηση ότι έχουν τα τυπικά αισθήματα και τις τυπικές αντιδράσεις του άλλου φύλου.
  • Επίμονη δυσφορία του παιδιού για το φύλο του ή αίσθηση ότι δεν του ταιριάζει ο ρόλος του φύλου του που μπορεί να εκδηλωθεί με οποιοδήποτε από τα παρακάτω:

  • Στα αγόρια:
  • Ισχυρίζονται ότι το πέος ή οι όρχεις τους είναι αηδιαστικά ή θα εξαφανιστούν ή ότι θα ήταν προτιμότερο να μην έχουν πέος.
  • Αποστρέφονται το βίαιο παιχνίδι και απορρίπτουν τα στερεότυπα αγορίστικα παιχνίδια και δραστηριότητες.

    Στα κορίτσια:
  • Απορρίπτουν την ούρηση σε όρθια θέση.
  • Ισχυρίζονται ότι έχουν ή θα αποκτήσουν πέος ή ότι δεν θέλουν να αποκτήσουν στήθος ή να έχουν έμμηνο ρήση.
  • Αποστρέφονται τα γυναικεία ενδύματα.

    Στους εφήβους:
  • Επίμονη ενασχόληση γύρω από τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να απαλλαγούν από τα πρωτογενή και δευτερογενή χαρακτηριστικά του φύλου τους: π.χ. να πάρουν ορμόνες ή να υποβληθούν σε χειρουργικές επεμβάσεις ή άλλες διαδικασίες για να πετύχουν σωματικές μεταβολές προκειμένου να αποκτήσουν χαρακτηριστικά του αντίθετου φύλου.

  • Η κατάσταση αυτή προκαλεί σημαντικές δυσκολίες και έκπτωση στην συνολική λειτουργικότητα του παιδιού (κοινωνική, μαθησιακή, κλπ.). Χρειάζεται να γνωρίζουμε ότι κάποια συμπτώματα ή συμπεριφορές τροποποιούνται στην πορεία του χρόνου ανάλογα με την ηλικία και την αναπτυξιακή φάση του παιδιού, ενώ κάποια άλλα εμφανίζονται με μια σταθερότητα. Σταθερό σύμπτωμα καθ’ όλη τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας φαίνεται να αποτελεί η προτίμηση των ετερόφυλων συνομηλίκων, ενώ η προτίμηση των ρόλων του άλλου φύλου μπορεί να εμφανίσει σημαντικές αλλαγές, κυρίως στην εφηβεία. Μεγαλύτερα παιδιά είναι λιγότερο πιθανό να εκφράζουν λεκτικά την επιθυμία να αλλάξουν φύλο σε σχέση με τα μικρότερα. Η δυσφορία για το φύλο μπορεί να εκφραστεί σ’ αυτά τα παιδιά με άλλους τρόπους, όπως με απαξίωση του φύλου τους και εξιδανίκευση του άλλου φύλου. Η επιθυμία για αλλαγή φύλου δεν έχει την ίδια σημασία στα παιδιά κάτω των 10-11 ετών, μ’ αυτή που έχει για τους εφήβους. Στην πρώιμη παιδική ηλικία η επιθυμία αυτή μπορεί να σχετίζεται τόσο με τη γνωστική δυνατότητα του παιδιού, όσο και με οικογενειακούς και άλλους παράγοντες που κάνουν το παιδί να πιστεύει ότι ένας γονιός θα προτιμούσε να ανήκει στο άλλο φύλο. Η Δ.Τ.Φ. πρέπει να διακριθεί από κάποιες άλλες καταστάσεις στα παιδιά και τους εφήβους που εμφανίζονται με κάποιες συμπεριφορές που μοιάζουν με εκείνες της Δ.Τ.Φ. Στα αγόρια χρειάζεται να γίνει διάκριση της Δ.Τ.Φ. με την νεανική μη αρρενωπότητα. Αυτή η κατάσταση χαρακτηρίζεται από μια δυσκολία του παιδιού με τους ομόφυλους συνομηλίκους τους, αποφυγή των σκληρών και επιθετικών παιχνιδιών και μια αμηχανία του παιδιού για το φύλο του. Αυτά τα αγόρια, όμως, δεν επιθυμούν να είναι κορίτσια, ούτε δείχνουν ενδιαφέρον για τη θηλυκότητα. Περισσότερο μοιάζει να αισθάνονται ανεπαρκείς ως αρσενικά και έτσι σχηματίζουν μια αρνητική εκτίμηση για τον εαυτό τους. Στα κορίτσια χρειάζεται να γίνει διάκριση από το αγοροκόριτσο. Τα αγοροκόριτσα έχουν αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με τα κορίτσια με Δ.Τ.Φ. αλλά έχουν τουλάχιστον τρία χαρακτηριστικά που τα διαφοροποιούν:

    Δεν νιώθουν δυστυχισμένα επειδή είναι θηλυκά, όπως συμβαίνει στα κορίτσια με Δ.Τ.Φ. Προτιμούν να ντύνονται με αγορίστικα ρούχα αλλά δεν δείχνουν την αποστροφή που εμφανίζουν τα κορίτσια με Δ.Τ.Φ. εάν απαιτηθεί να ντυθούν κοριτσίστικα. Δεν εκφράζουν δυσφορία για το φύλο τους.
    Θεραπεία
    Για την αντιμετώπιση της Δ.Τ.Φ. απαιτείται θεραπεία. Αυτή έχει καλύτερα αποτελέσματα όταν εφαρμόζεται κατά την παιδική ηλικία παρά στην εφηβεία. Η πιθανότητα μείωσης της δυσφορίας για το φύλο μετά την εφηβεία είναι σχεδόν ανύπαρκτη χωρίς θεραπεία. Το παιδί παραμένει αποκλεισμένο από την ομάδα των συνομηλίκων του και με σημαντικές συνέπειες στην εξέλιξή του και με υπαρκτό τον κίνδυνο να αναπτύξει είτε ομοφυλοφιλία είτε Δ.Τ.Φ. στην ενήλικο ζωή. Έχουν δοκιμαστεί πολλές και διαφορετικές θεραπευτικές τεχνικές για τη θεραπείας της Δ.Τ.Φ. π.χ. θεραπεία συμπεριφοράς, ψυχανάλυση, ψυχοθεραπεία, οικογενειακή θεραπεία ή συνδυασμός αυτών. Η ατομική ψυχοθεραπεία του παιδιού στοχεύει βραχυπρόθεσμα στη μείωση ή την εξαφάνιση του κοινωνικού αποκλεισμού του παιδιού και μακροπρόθεσμα στην πρόληψη της ομοφυλοφιλίας ή της Δ.Τ.Φ. στην ενήλικο ζωή. Σημαντική και απαραίτητη είναι η βοήθεια προς τους γονείς ώστε αυτοί:Να αποδεχθούν τη δυσκολία του παιδιού τους και να χειριστούν σωστά την προβληματική συμπεριφορά του. Να ενισχυθεί ο πατέρας ή άλλο αρσενικό μέλος της οικογένειας σε μια πιο στενή και ενεργητική σχέση με το παιδί στην περίπτωση των αγοριών και να ενθαρρύνουν τη σχέση του παιδιού με ομόφυλους συνομηλίκους. Συχνά είναι απαραίτητη και βοηθά πολύ η ψυχοθεραπεία ιδιαίτερα της μητέρας.

    Ε. Σταύρου
    Ι. Τσιάντης
    ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
    1)Coates S., (1990) Ontogenesis of boyhood gender identity disorder, Journal of the American Academy of Psychoanalysis, 18 (3) 414-438.
    2)Fast IR. (1984) Gender Identity – a differentiation model, The Analytic Press.
    3)Gillespie W.H. (1969) Sex and Gender, International Journal of Psychoanalysis 50, 251-254.
    4)Green R. (1974) Sexual Identity Conflict in children and adults, New York Basic Books.
    5)Kenneth J, Zucker, Ph. D., Green R., Md. SD. (1996).Gender Identity disorders in Melvin Lewis Child and Adolescent Psychiatry, Comprehensive Textbook, Second Edition, 611-621.
    6)King R., Noshpitz J. (1991) Gender Identity disorders Κεφ. 20 in: Joseph D. Noshpitz Pathways of Growth – Essentials of child Psychiatry, Vol. 2 Psychopathology, 635-674.
    7)Silverman M., M.M., Bernstein P., PHD (1993) Gender Identity disorders in boys, Journal Amer. Psychoanalysis Assn. 41, 729-742.
    8)Stoller R. (1985) A primer for Gender Identity in: Stoller Presentations of Gender, Yale University Press, 10-24.


    Δημοσίευση σχολίου